αμ’

αμ’
(III)
και αμά και αμή και αμέ
βλέπε σύνδεσμο μα.
[ΕΤΥΜΟΛ. αμ < αμμέ < αμμή < αρχ. φρ. αν μη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”